αγριότητα

αγριότητα
η (AM ἀγριότης) [ἄγριος]
1. (για πρόσωπα, ζώα ή φυτά) η κατάσταση τού άγριου σε αντίθεση με την κατάσταση τού εξημερωμένου
2. (για πρόσωπα) ψυχική σκληρότητα, σκαιότητα, τραχύτητα, αυστηρότητα || μσν.-νεοελλ. (για φυσικά φαινόμενα) κακοκαιρία
νεοελλ.
1. κάθε σκληρή και απάνθρωπη πράξη, θηριωδία, ωμότητα
2. πρόκληση φόβου, τρόμου.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αγριότητα — η 1. τονα είναι κανείς σε άγρια κατάσταση: Λίγοι λαοί βρίσκονται ακόμη σε αγριότητα. 2. σκληρότητα, απανθρωπιά: Οι επιδρομείς έδειξαν μεγάλη αγριότητα ακόμη και στους άμαχους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀγριότητα — ἀγριότης savageness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τραχύς — ιά, ύ / τραχύς, εῑα, ύ, ΝΜΑ, θηλ. και τραχεία Ν, και ιων. τ. τρηχύς και τ. θηλ. τρηχέα Α 1. ανώμαλος στην αφή, αυτός που δεν έχει λεία και ομαλή επιφάνεια (α. «τραχύ δέρμα» β. «τραχιά ακτή» γ. «τρηχὺς λίθος», Ομ. Ιλ. δ. «γῆ... λιθώδης... καὶ… …   Dictionary of Greek

  • Τζενγκίς Χαν ή Τζιγγίς Χαν — (;1167 – περίχωρα του Νινγκ Χσια, Χσι Χσια 1227). Ηγεμονικός τίτλος που έδωσαν στον Τμουτζίν οι πιστοί οπαδοί του. Ο T., γιος του ευγενούς Γεσουγκέι Μπα’ατούρ, θεωρείται ο μεγαλύτερος Ασιάτης στρατηλάτης. Ορφανός σε ηλικία 10 ετών, μπήκε… …   Dictionary of Greek

  • EUXINUS Pontus — Mar Maggiore, et Mar. Negro, Fert. sinus maris latissimus, Thracio et Cimmerio Bosporis interceptus, Axenus dictus prius, i. e. inhospitalis, propter immanitatem eorum, qui eius maris litora incolebant: ibi enim hospites immolare solebant, et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PROTEUS — Deus marinus, Neptuni et Phoenices fil. teste Tzetze hist. 44. Chil. 2. qui in Pharo Alexandriae habitavit, Toronenque ex Aegypto in Phlegram Pallenes profectus uxorem duxit, ex qua filios suscepit Tmylum ac Telegonum, de quibus Eurip. in Hecuba …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άγρητα — η 1. η αγριότητα 2. η φιλονικία …   Dictionary of Greek

  • άγριος — Εκείνος που ζει στα χωράφια και γενικά σε απομονωμένες περιοχές, ο απολίτιστος, αυτός που δεν έχει εξημερωθεί. Ο χαρακτηρισμός ά. συνηθίζεται κυρίως προκειμένου να επισημανθούν οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών της Αφρικής και της Πολυνησίας, που… …   Dictionary of Greek

  • ένθηρος — ἔνθηρος, ον (Α) [θηρ] 1. (για τόπο) ο γεμάτος θηρία, άγρια ζώα («ἐν τοῑς μάλιστα ἐνθηροτάτοις χωρίοις», Αιλ.) 2. μτφ. άγριος, τραχύς («ἔνθηρον τρίχα», Αισχύλ.) 3. (για μέλος τού σώματος) αυτός που έχει αφορμισμένη πληγή 4. το ουδ. ως ουσ. τὸ… …   Dictionary of Greek

  • αγριοσύνη — η [άγριος] η αγριότητα* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”